Μόνο όσων ο νους διέπεται από βάρβαρη νοοτροπία δεν μπορούν να δεχθούν τον όρο: «γενοκτονία», για τις απερίγραπτες θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τους Νεότουρκους εναντίων των Ελλήνων του Πόντου, κυρίως κατά την περίοδο 1914 έως 1923.
Και μόνο όσοι ηγέτες ζηλεύουν κρυφά την αποτελεσματικότητα του μαζικού εγκλήματος του κεμαλικού εθνικιστικού ολοκληρωτισμού, μπορούν να στέκονται ακόμα απαθείς στην απαίτηση για δικαίωση των απογόνων των γενοκτονημένων λαών της Ανατολής: Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.
Για παράδειγμα, γνωρίζουμε σήμερα από πρόσφατη μελέτη του Γερμανού ιστορικού Στέφαν Ίχριγκ (Stefan Ihrig) ότι η κεμαλική Τουρκία και ο αιμοσταγής Ατατούρκ σαγήνευσαν το συλλογικό φαντασιακό των ναζί πολύ νωρίτερα από τη φασιστική Ιταλία. Ο ίδιος ο Χίτλερ, τον Ιούλιο του 1933, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Μιλιέτ» χαρακτήριζε τον Κεμάλ «επιφανέστερο άνδρα του αιώνα» και υποστήριζε ότι «το τουρκικό κίνημα υπήρξε για εκείνον ένα λαμπρό άστρο». Ενώ το 1938 πρόσθεσε: «ο Ατατούρκ ήταν δάσκαλος. Ο Μουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής και εγώ ο δεύτερος». (βλ. Ataturk in the Nazi Imagination, Belknap Harvard, 2014, σσ. 114-116)
Υπάρχουν και σήμερα σε προηγμένες δημοκρατίες της Δύση κρυφοί μαθητές του Κεμάλ; Αν όχι, τότε γιατί καθυστερεί η αναγνώριση από όλους της Γενοκτονίας, ως έμπρακτης έκφρασης αποδοκιμασίας των απάνθρωπων πρακτικών του σφαγέα Κεμάλ, που υπήρξε ο δασκάλος των φασιστών και των ναζιστών;